Ο δικός μου αποχαιρετισμός στον αγωνιστή Λούη Ηγουμενίδη

*του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ

Τα τελευταία χρόνια ζούμε πολλές απώλειες. Όλο και αυξάνεται ο αριθμός αυτών που μας εγκαταλείπουν. Όσοι φίλοι παραμένουν στη ζωή είναι όλο και λιγότεροι από αυτούς που έφυγαν. Όλοι οι φίλοι μου που έφυγαν ήταν άνθρωποι με μεγάλη έγνοια για την Κύπρο και αγωνίστηκαν για μια άλλη χώρα. Όμως είναι πράγματι κρίμα, γιατί όλοι τους τελικά είτε κηδεύτηκαν στο χώμα, είτε η τέφρα τους αφέθηκε στη θάλασσα μιας διχοτομημένης πατρίδας.

Μετά τη Σούλλα, τον Ζήνων, τον Jus, τον Κώστα, τον Μαυράτσα, το Μάριο, τώρα και ο Λούης Ηγουμενίδης μπήκε στο καραβάνι αυτών που έφυγαν. Και δυστυχώς μετά από κάθε απώλεια ενός φιλειρηνιστή εμβαθύνεται ακόμα περισσότερο η διχοτόμηση της πατρίδας μας.

Ο Λούης συμμετείχε για χρόνια στο κίνημα της Αριστεράς. Αρχικά στο ΑΚΕΛ και στη συνέχεια στο ΑΔΗΣΟΚ. Ακόμα και το νερό που έπινε με τον Μιχάλη Παπαπέτρου δεν διαχωριζόταν. Ήταν σύντροφοι και σύγαμπροι.

Ο Λούης στα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα συνελήφθηκε και βασανίστηκε από τη Χούντα. Το «έγκλημα» του ήταν η συμμετοχή του στην αντίσταση του Πολυτεχνείου.

Ήταν ένας άνθρωπος με πάθος. Τόσο η πολιτική, όσο και η προσωπική του ζωή είναι γεμάτη από στιγμές πάθους. Χόρευε με την τεράστια του κορμοστασιά και τραγουδούσε. Τραγουδούσε Μίκη Θεοδωράκη όχι με τη φωνή, αλλά με την καρδιά του. Αγαπούσε να απαγγέλει ποίηση και διαγωνιζόταν με τον Ζήνων στην ποιητική απαγγελία γοητεύοντας μας όλους.

Αγαπούσε το καλό φαγητό. Ονομάσαμε μάλιστα, «Επίκουρο» την ταβέρνα στην οποία είμαστε θαμώνες. Πραγματικά ήταν ένας Επικούρειος και το πιο ξεκάθαρο χαρακτηριστικό του ήταν η αγάπη για τη ζωή.

Μετά την πρώτη καρδιακή προσβολή, σταμάτησε το κάπνισμα και μείωσε το αλκοόλ. Κάθε πρωί περπατούσε και προσπαθούσε για μια υγιεινή ζωή.

Η κατάσταση αυτή ωφέλησε τον ίδιο, αλλά και εμάς. Μας έπαιρνε ένα – ένα από τα σπίτια μιας για την ταβέρνα και μετά μας έφερνε πίσω για να μην αντιμετωπίσουμε το όποιο πρόβλημα στον έλεγχο αλκοόλ. Πάντοτε παράγγελλε ο ίδιος το φαγητό, διαιρούσε το λογαριασμό για όλους με ακρίβεια. Τόσο πολύ το συνηθίσαμε που όταν απουσίαζε δυσκολευόμασταν να πληρώσουμε το λογαριασμό.

Εννοείται ότι το θέμα των συζητήσεων ήταν πάντα το Κυπριακό.

Ο Λούης εξέφραζε πάντοτε με την ίδια ένταση την ισχυρή του άποψη ότι οι Ελληνοκύπριοι δεν αποδέχονται την πολιτική ισότητα των Τουρκοκυπρίων και ότι αυτό ήταν το βασικό ζήτημα. Αυτή ήταν και η άποψη που επαναλάμβανε με κάθε ευκαιρία και την εξέφραζε στα εβδομαδιαία του άρθρα.

Ο Λούης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάφο. Στα πρώτα νεανικά του χρόνια γνώρισε την εθνοτική σύγκρουση και αντιλήφθηκε πλήρως τις συνέπειες και την έχθρα που προκαλούσε η εθνικιστική ιδεολογία.

Σπούδασε στο Λονδίνο και στην Αθήνα και πλέον ήταν ένας αριστερός διανοούμενος. Παντρεύτηκε με μία Ελληνίδα αριστερή ακαδημαϊκό. Με την επιστροφή του στην Κύπρο άσκησε το επάγγελμα του καθηγητή που τόσο αγαπούσε και την ίδια στιγμή ήταν ενεργός στο ΑΚΕΛ. Όμως κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χώρισαν. Ασχολήθηκε με την έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Εμπρός» και πρωταγωνίστησε με τον Μιχάλη Παπαπέτρου στην ίδρυση του ανανεωτικού αριστερού κινήματος, ΑΔΗΣΟΚ.

Αγάπησε την ταβέρνα «Αχούρι»

Όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, πηγαίναμε μαζί στα βόρεια του νησιού. Και φυσικά αναζητούσε μια καλή ταβέρνα. Ο δρόμος μας οδήγησε στην ταβέρνα «Αχούρι». Ο Λούης την λάτρεψε αμέσως και έγινε πολύ καλός φίλος με τον ιδιοκτήτη Κεμάλ. Πλέον τις νύχτες της Παρασκευής τις περνούσαμε στο «Αχούρι». Παράγγελνε στον Κεμάλ από πριν το φαγητό μας και μας μάζευε από τα σπίτια μας.

Ο Κεμάλ επίσης αγάπησε τον Λούη και την παρέα του. Τόσο πολύ μάλιστα που ομολογούσε ότι ήταν μετανιωμένος που έλαβε μέρος σε συγκρούσεις με Ελληνοκύπριους.

Η αγάπη του για τη ζωή συνεχιζόταν τα καλοκαιριά στην Ελλάδα. Πήγαινε στο παραθαλάσσιο του εξοχικό και καλούσε τους φίλους του. Μας υποδεχόταν ως βασιλιάδες και η φιλοξενία του ήταν αξέχαστη. Πίναμε τα πρωινά τσίπουρα στην παραλία και κολυμπούσαμε μέχρι αργά. Βεβαίως ο Λούης δεν έχανε την ώρα της σιέστας.

Τελευταία, όπως πολλοί και ο Λούης ήταν πολύ απογοητευμένος.

Θεωρούσε αποκλειστικά υπεύθυνο για το φιάσκο του Κραν Μοντάνα τον Νίκο Αναστασιάδη και πίστευε ότι χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία.

Έχασε και την τελευταία του ελπίδα με την ανατροπή του Ακιντζί. Ήταν ιδιαίτερα απαισιόδοξος, όμως δεν εγκατέλειψε τον αγώνα. Μέχρι και την τελευταία στιγμή που τον βρήκε αυτή η τραγική ατυχία. Έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του, μπήκε σε κώμα και από τότε δεν ξύπνησε ποτέ.

Είμαι βέβαιος ότι θα συνεχίσεις να φωτίζεις την Κύπρο. Αιωνία σου η μνήμη φίλε μου.

Related Articles

Back to top button